29 Φεβρουαρίου 2008

Εστιατόρια

Αν είναι κάτι που υπάρχει σε μεγάλη ποικιλία εδώ, είναι σίγουρα τα εστιατόρια. Ότι κουζίνα επιθυμήσει κανείς, θα τη βρει το δίχως άλλο. Και ότι ώρα θέλει. Από κουζίνα αργεντινής (υπέροχα στέικ) και αφρικανική (οικολογική ζέβρα φιλέτο) μέχρι πολυνησιακή (γαλοπούλα με μάνγκο) και ινδική (φανταστικά κάρυ κοτόπουλο) και φυσικά ιαπωνική. Αυτό που κάνει εντύπωση όμως, είναι το πάθος των Μοσχοβιτών με τα σούσι: ότι κουζίνα κι αν φτιάχνει το μαγαζί, πάντα υπάρχουν σούσι στο μενού! Ακόμα και σε καφετέριες που συνήθως πάει κάποιος για κάνα τοστάκι και καφέ, σερβίρουν και σούσι. Αν ερχόμουν μαζί Του, θα τρελαινόταν στα σίγουρα, αλλά δεν το βλέπω να συμβαίνει στο σύντομο μέλλον... (εδώ στο μακρινό μέλλον και δεν το βλέπω)

Εκεί που συνήθιζα να λέω ότι δε φεύγει κανείς από την Κύπρο χωρίς να έχει πάρει πεντέξη κιλάκια, τελικά θα το λέω για τη Μόσχα αυτό. Γιατί σε όσα εστιατόρια κι αν πήγα, οι κουζίνα είναι εξαιρετική! Και το εκπληκτικό είναι ότι και η εξυπηρέτηση είναι άψογη. Πάνε ανεπιστρεπτί οι μέρες της σοβιετικής εξυπηρέτησης, που οι υπάλληλοι έδιναν την εντύπωση πως, σε όποιο κατάστημα κι αν έμπαινες, τους χρωστάς. Τώρα πια, τα γκαρσόνια ξεσκίζονται να εξυπηρετήσουν, αλλά χωρίς την επιτακτική επιμονή για φιλοδώρημα, που συναντάει κανείς στις ΗΠΑ. Φυσικά, με το αζημίωτο.

Δε ξέρω τι μισθούς δίνουν στο προσωπικό εδώ, αλλά οι τιμές είναι αρκούντως τσουχτερές. Εκτός από τα ταχυφαγεία και άλλα μέρη που σερβίρουν πρόχειρο φαγητό, όλα τα άλλα εστιατόρια χρεώνουν περί τα €50 με €60 το πιάτο. Κι αυτό, χωρίς αλκοόλ, μόνο με νερό ή αναψυκτικό.

Χτες για παράδειγμα πήγα στο εστιατόριο «Μάρκετ» που ειδικεύεται στα ψαρικά και λοιπά θαλασσινά. Ευτυχώς, μας έκαναν το τραπέζι, γιατί από ότι είδα στον λογαριασμό, για 5 άτομα, η χρέωση ήταν €584 παρακαλώ! Αλλά, όλα, μα όλα, ήταν υπέροχα: από το διάκοσμο, και γενικά το χώρο, την εξυπηρέτηση που ήταν άψογη (ανά πάσα στιγμή, υπήρχε κοντά στο τραπέζι μας τουλάχιστον ένα άτομο) και φυσικά τα πιάτα που ήταν καταπληκτικότατα: από τα ορεκτικά και τις σούπες, μέχρι τις σαλάτες και τα ψωμάκια και φυσικά τα κυρίως πιάτα, μια πανδαισία χρωμάτων και γεύσεων. Αυτό που ξεχώρισα όμως, ήταν τα χτένια με λευκή σάλτσα: γιαμ!

28 Φεβρουαρίου 2008

Κόκκινη πλατεία *











* Σήμερα θα αφήσω τις εικόνες να μιλήσουν. Άλλωστε, μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις.

ΥΓ: άραγε θα έρθουμε ποτέ με Αυτόν εδώ?...
ΥΓ2: το δεύτερο μέρος του «Δύο» κανονικά έπρεπε να «έβγαινε» σήμερα, αλλά λόγω φόρτου εργασίας δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Επιφυλάσσομαι.

27 Φεβρουαρίου 2008

Πίσω από τις λέξεις κρύβεται ο Αλέξης

Αυτό είναι γνωστό, εως και πάρα πολύ γνωστό.

Πίσω από τον αρκούντως «άγριο» χαρακτήρα, το βρισίδι, τα «τερατάκια», τα αίματα, το τεράστιο, πανύψηλο, αδιαπέραστο τείχος, το σκληρό προσωπείο, ποιος κρύβεται? Και γιατί κρύβεται? Από τι κρύβεται? Τι φοβάται? Φοβάται κάτι? Προς τι η αλλοτρίωση?

Ή μήπως θα έπρεπε να ρωτάω «Ποιος τον κρύβει?»...

26 Φεβρουαρίου 2008

Αγορά ακινήτων

Καλά, μιλάμε εδωπέρα ο κόσμος δεν παίζεται! Άμα ακούσεις το τι πληρώνουν για να αγοράσουν μια στέγη να έχουν πάνω από το κεφάλι τους, θα σου φύγει το καφάσι! Τρελά λεφτά. Μέχρι και πέντε χιλιάδες δολάρια το τετραγωνικό μέτρο. Ναι, ναι, τόσο απίστευτα.

Εννοείται ότι πιο έξω από το κέντρο, οι τιμές είναι κάπως πιο λογικές. Για παράδειγμα, σε μία ώρα απόσταση από την πόλη, μπορεί κανείς κάλλιστα να βρει διαμέρισμα προς χίλια δολάρια το τετραγωνικό. Εντελώς τζάμπα δηλαδή! Εκεί λοιπόν που νομίζαμε ότι μόνο σε μας είναι οι τιμές δολοφονικές, έρχεται αυτή η ανακουφιστική είδηση και μας καλμάρει τα νεύρα, μην τρελαθούμε εντελώς.

Φυσικά, εντάξει, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, στο κέντρο βρίσκει κανείς πολύ όμορφα διαμερίσματα με καταπληκτική θέα και υπέροχο σχεδιασμό, χλίδα που δεν φαντάζεται κανείς, άμεση και άνετη πρόσβαση στο δίκτυο συγκοινωνίας και μέσων μαζικής μεταφοράς, αλλά και κοντά σε πολυκαταστήματα, σουπερμάρκετ, σινεμά, μπαράκια, κλαμπ, θέατρα, για να μη μιλήσω και για τα πάμπολλα σημεία συνάθροισης «ενδιαφέροντων» ανθρώπων...

Εννοείται κιόλας ότι με τον φιλοδυτικισμό που διακρίνει τους Μοσχοβίτες, από την πόρτα του σπιτιού τους μέχρι και την τουαλέτα, τα πάντα έχουν σφραγίδα μεγάλων οίκων της Ευρώπης και της Αμερικής. Τίποτα το ρωσικό δεν μπαίνει μέσα στα σπίτια τους. Ακόμα και για γάλα να πάει κανείς, θα βρει γαλλικό, φινλανδικό, γερμανικό, αλλά όχι ρωσικό γάλα.

Φυσικά, τι να το κάνεις το σπίτι, άμα δεν υπάρχει Εκείνος, μου λες?...

25 Φεβρουαρίου 2008

Επαφή?...

Μου έστειλε σήμερα την καινούρια του ηλεκτρονική διεύθυνση. Με ένα σύντομο μήνυμα, χωρίς να λεει πολλά, απλά μου ανακοίνωσε την επιθυμία του να τον προσθέσω στις επαφές μου στο ΜΣΝ. Για να μιλήσουμε? Να πούμε τι τελικά? Υπάρχει κι από την πλευρά του επιθυμία επανασύνδεσης? Θέλω! Και πολύ μάλιστα. Εκεί που είχε πει ότι δεν υπήρχε πιθανότητα επανασύνδεσης στο σύντομο μέλλον, το να μου στείλει την καινούρια του διεύθυνση, είναι (για μένα) πολύ θετικό σημάδι!

Από την άλλη, τα αλλάζει όλα: ηλεκτρονική διεύθυνση, ιστολόγιο, προφίλ στο Φέησμπουκ... Μαζί με αυτά θα αλλάξει και ο ίδιος? Γιατί? Προς τα που? Για ποιο λόγο? Από ποιόν άραγε θέλει να ξεφύγει???...

24 Φεβρουαρίου 2008

Ζυγός: ζώδιο του αέρα

Ξυπνάω λοιπόν κι εγώ, στις 1 μετά τα μεσάνυχτα, παίρνω τη βαλίτσα που ήδη έχω ετοιμάσει και φτάνω στο αεροδρόμιο με μεγάλη χαρά, γιατί, ως γνωστόν, τρελαίνομαι να πετάω. Κι αφού δεν μπορώ να πετάω αισθηματικά (αφού μου έκοψαν τις φτερούγες) ας πετάω τουλάχιστον σωματικά. Δε βαριέσαι, κάτι είναι κι αυτό και είναι και το μόνο σίγουρο ότι θα το πετύχεις. Γιατί το άλλο... Χώρια το ότι έχεις πάντα ομαλή προσγείωση. Δεν παίζει σε μια πτήση να σε προσγειώσουν χωρίς καν να το ξέρεις. Κάτι θα δεις. Κάτι θα καταλάβεις. Αλλά και ανώμαλη προσγείωση να κάνεις, είτε που θα γίνεις υπερδιάσημος (καλή ώρα τα τυπάκια απ τη σειρά «Λοστ» που λιώνουν για πάρτη τους όλοι), είτε θα πας μια και καλή: τη φάση του «πληγωμένος και δεν γυρνάει καν να σε κοιτάξει κανείς» σίγουρα δεν την περνάς. Για αυτό λοιπόν κι εγώ, γουστάρω με τρέλα να ταξιδεύω αεροπορικώς.

Μετά τις γνώριμες και σύντομες διαδικασίες, μπαίνω στην ουρά για τον έλεγχο διαβατηρίων και μετά στη άλλη ουρά για τον έλεγχο ασφαλείας. Πάω να περάσω και «μπιπ»: το μηχάνημα δε με θέλει.

-Φοράς ζώνη? (πέφτει η πρώτη ερώτηση του υπεύθυνου)
-Ναι, του απαντάω εγώ.
-Να την βγάλεις κύριε και να ξαναπεράσεις.

Δεν σχολιάζω τον ενικό, τύπου είμαστε φιλαράκια, βγάζω τη ζώνη και ξαναπερνώ. «Μπίπ» πάλι.

-Βγάλε και τα παπούτσια σου.

Ο ενικός συνεχίζεται ακάθεκτος. Δεν την έχω δει κάπως και ούτε νομίζω ότι μου χρωστάει το σύμπαν. Αλλά κάποια τυπικά πράγματα πρέπει να τηρούνται. Κι επειδή το κόβω ότι ο υπεύθυνος είναι ζώο και δεν καταλαβαίνει από αυτά, αποφασίζω να του την πω αλλιώς:

-Με αυτά τα συγκεκριμένα παπούτσια έχω περάσει πάμπολλους ελέγχους ασφαλείας χωρίς το παραμικρό πρόβλημα.
-Αυτά θα είναι. Βγάλε τα και θα είσαι οκ.

Δε γαμιέται, σκέφτομαι, και πάω παραδίπλα να τα βγάλω. Ενώ τα έχω ήδη λύσει, κοιτάζω τριγύρω αλλά πουθενά παντοφλίτσες μιας χρήσεως όπως όλα τα αεροδρόμια του «αναπτυγμένου» κόσμου.

-Συγνώμη κιόλας, αλλά που θα πατήσω άμα βγάλω τα παπούτσια μου?
-Μα δε βλέπεις, υπάρχει χαλάκι ακριβώς κάτω από το μηχάνημα ελέγχου.
-Ναι αλλά το συγκεκριμένο χαλάκι το πατάνε όλοι με τα παπούτσια τους και θα περάσω εγώ με τις κάλτσες? Που ξέρω που έχει πατήσει ο καθένας?

Και εισπράττω την αποστομωτική απάντηση:

-Αν θέλεις να πετάξεις να τα βγάλεις, αλλιώς δε γίνεται! (που συνοδευόταν και με το ανάλογο υφάκι υπεροψίας βεβαίως. Ότι και καλά «εγώ ελέγχω την κατάσταση εδώ πέρα, σ’αρέσει, δε σ’αρέσει». Ο ενικός πια, κεκτημένο δικαίωμα του)
-Μπορείτε παρακαλώ να μου φωνάξετε τον προϊστάμενο σας παρακαλώ?
-Κύριε, έχουμε πολλή δουλειά εδώ και ο προϊστάμενος είναι απασχολημένος. (με εκνευρισμό αυτή τη φορά)
-Κοίτα φίλε, ή που θα τον φωνάξεις, ή που θα τον φωνάξω εγώ. Διάλεξε.

Οπότε ο φίλος μας, βάζει την ουρά στα σκέλια και φωνάζει τον προϊστάμενο του, ο οποίος έρχεται αμέσως. Του εξηγώ την κατάσταση και, αφού μου απολογηθεί για τη συμπεριφορά του υφισταμένου του, με αφήνει να περάσω χωρίς περαιτέρω διατυπώσεις. Ούτε που γύρισα να τον κοιτάξω καθώς του έκανε παρατήρηση μπροστά σε όλους τους υπόλοιπους επιβάτες.

Μετά από μια ομαλότατη πτήση, με τη γνωστή κι εξυπηρετική φροντίδα των Τσέχων, φτάνω στο, μικρό μεν, καθαρότατο και πολύ λειτουργικό δε, αεροδρόμιο της Πράγας. Την αράζω στην άνετη και ήσυχη αίθουσα επιβατών και διαβάζω ξένο τύπο που παρέχεται δωρεάν. Πριν καν να το καταλάβω, περνάει ένα τρίωρο και επιβιβάζομαι στην πτήση μου προς Μόσχα, όπου και φτάνω μετά από δυόμισι ώρες και καταλήγω στο ταξί όπου ρίχνω κι ένα υπνάκο κατά τη διάρκεια της 50λεπτης διαδρομής μέχρι το κέντρο της πόλης που βρίσκεται το διαμέρισμα μου.

Αν και υπερσύγχρονο όταν χτίστηκε το 1979, για τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων του 1980, το κυρίως αεροδρόμιο της Μόσχας «Σιερεμέτιεβο», έχει αρχίσει πια να δείχνει τα χρονάκια του και χρήζει επειγόντως ανακαίνισης και εκσυγχρονισμού. Δεν έχει ούτε καν μια κανονική σύνδεση με την πόλη. Ο ανυποψίαστος επιβάτης, θα καταλήξει να τον γδάρουν οι οδηγοί ταξί, κι αυτό αν τα καταφέρει να συνεννοηθεί μαζί τους ως προς το που θέλει να πάει. Ο μέσος Ρώσος άνω των 35 δεν ξέρει παρά τα πολύ βασικά αγγλικά.

Δεν είναι διόλου περίεργο λοιπόν που πολλές αεροπορικές εταιρείες έχουν μεταφέρει τις εργασίες τους στο, μικρότερο, αλλά νεότερο, «Ντομοντέντοβο» νότια της Μόσχας, με πολύ καλές εγκαταστάσεις και εύκολη και φτηνή σύνδεση με το κέντρο της πόλης. Όσο για τα άλλα τρία αεροδρόμια της Μόσχας, καλύτερα να μην τα αναφέρω καν. Μόνο για εσωτερικές πτήσεις και μόνο για τους ντόπιους. Περισσότερο Ασία θυμίζουν, παρά Ευρώπη.

Αναμένω λοιπόν με αγωνία το 3ο τέρμιναλ στο «Σιερεμέτιεβο» καθώς και τη σύνδεση με το μετρό για να μου γίνει το μηνιαίο ταξίδι προς ανατολάς, ακόμα πιο άνετο και γρήγορο.
Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πτήσης, έβγαλα και μερικές φωτογραφίες για να τις βλέπω να χαίρομαι όταν έχω προσγειωθεί.

Δάση γύρω από τη ΜόσχαΠροάστιο της Μόσχας Ο αυτοκινητόδρομος που οδηγεί στο αεροδρόμιοΆποψη του αεροδρομίου λίγο πριν την προσγείωσηΤο κεντρικό κτήριο του αεροδρομίου Εργασίες για το τέρμιναλ 3Καταλήξαμε ακριβώς δίπλα από αυτό













Υγ.: Αλήθεια, πως θα περάσω αυτή την επίσκεψη χωρίς έστω την φωνή Του?...

23 Φεβρουαρίου 2008

Μου μίλησε! *

...........................................και τώρα τι?















* Μονολεκτικός ήταν. Φοβισμένος? Ντρέπεται? Κρύβεται? Προφυλάγεται? Απαλλάσσεται? Με προστατεύει? Από τι? Από ποιον? Εγώ πάντως το χάρηκα. Χαμογελάω!

22 Φεβρουαρίου 2008

Πιο καλή η μοναξιά?

Και τελικά προς τι όλη αυτή η φασαρία στο ψάξιμο για το «τέλειο» ταίρι; Υπάρχει άραγε; Αξίζει άραγε ο κόπος; Υπάρχει άραγε νόημα; Κι όταν τον βρεις, μετά τι; Προς τα που; Υπάρχουν άραγε εγγυήσεις; Πόσο σημαντική είναι η εξωτερική εμφάνιση; Η εσωτερική επικοινωνία; Η σεξουαλική χημεία; Τα κοινά ενδιαφέροντα; Κι αν μια καλή πρωία τα μαζέψει και φύγει χωρίς κανένα λόγο; Τα χάνεις αυτά που έχεις επενδύσει; Σου μένουν; Τα ξανακερδίζεις; Τον εαυτό σου τον βρίσκεις; Αν δεν επένδυες; Αν το είχες πάρει πιο χαλαρά; Θα ‘ταν άραγε καλύτερα; Ή μήπως θα το ζούσες λιγότερο; Μήπως γενικά θα ζούσες λιγότερο; Μήπως άραγε θα ζήσεις περισσότερο ή καλύτερα αν τα παίρνεις όλα στο πιο χαλαρό; Κι αν φύγεις εσύ μια μέρα; Αν αρρωστήσεις; Αν πεθάνεις; Αν απλά φύγεις; Θα σε πει «γαϊδούρι» και «μαλάκα»; Θα δείξει κατανόηση; Καλύτερα να φύγεις εσύ πριν σε παρατήσει για να μην πληγωθείς; Να σταματήσω καλύτερα να τα σκέφτομαι όλα μπας και βρω την υγειά μου; Ουφ!...

21 Φεβρουαρίου 2008

Δύο

(αναδημοσίευση από «αλλού»)

Γνωρίστηκαν σ' ένα πάρτι γενεθλίων. Με μια φίλη του είχε πάει Αυτός, η οποία του είπε, με νόημα, ότι θα 'χει κι άλλα αγόρια εκεί κι Εκείνος πήγε μετά από πρόσκληση του εορτάζοντος.

Αν γνωριζόντουσαν οπουδήποτε αλλού, κανείς απ' τους δυο δεν θα 'χε την παραμικρή ιδέα για την σεξουαλικότητα του άλλου. Όμως λίγο το ψιθύρισμα της φίλης, λίγο οι παραινέσεις του γιορτάρη, γνωρίστηκαν και άρχισαν να μιλούν.

Όσο περνούσε η ώρα, τόσο περισσότερο καταλάβαιναν ότι ταίριαζαν. Κι όσο περισσότερο ταίριαζαν, τόσο περισσότερο αγνοούσαν τους υπόλοιπους παρευρισκομένους. Τα βρήκαν σε όλα. Σε όλους τους τομείς. Μουσική. Αθλητισμός. Θέατρο. Χόμπι. Βιβλία. Κινηματογράφος. Ακόμα και στο σεξ.

Η ώρα περνούσε. Ο κόσμος αραίωνε. Αποχαιρετούσαν σιγά σιγά τον οικοδεσπότη και πήγαινάν σπιτάκια τους. Οι δυο τους όμως, ούτε που κατάλαβαν για πότε έμειναν μόνοι στο σαλόνι. Για πότε ο εορτάζοντας άρχισε να συμμαζεύει το σπίτι. Για πότε η φίλη πήγε να τον βοηθήσει στην κουζίνα με τα πιάτα. Ο κόσμος τους όλος ήταν στα μάτια του συνομιλητή τους. Είχαν βυθιστεί ο ένας στην ψυχή του άλλου.

Κάποια στιγμή η μουσική έσβησε. Τα φώτα άναψαν. Ένα διακριτικό βήξιμο ακούστηκε από την άλλη άκρη του σαλονιού. Ο ένας κοκκίνισε αμέσως. Ο άλλος χαμογέλασε κάτω απ τα μαύρα μουστάκια του. Μετά έβαλαν και οι δυο τα γέλια.

«Τι έγινε παιδιά; Όλα καλά;» είπε ο γιορτάρης.

«Όλα μια χαρά!» είπε ο μυστακιοφόρος.

Η φίλη είχε φύγει κάνα δεκάλεπτο πριν.

«Ώρα να πηγαίνω κι εγώ σιγά σιγά...» είπε ο ντροπαλός.

«Πως θα πας σπίτι σου;» τον ρώτησε ο άλλος.

Σαν καλός οικοδεσπότης, ο τρίτος είπε «Μπορείς να μείνεις εδώ ρε άμα θες.»

«Όχι, είναι εντάξει. Θα πάρω ένα ταξί και θα πάω σπίτι.»

«Έλα τώρα ρε συ, θα σε πάω εγώ.» του χαμογέλασε ο άλλος.

Με ένα χαμόγελο κι ένα κοκκίνισμα, η πρόταση έγινε αποδεκτή.

Αφού έπεσαν οι καληνύχτες, οι δυο άντρες μπήκαν στο ασανσέρ. Στον κλειστό χώρο, τα δυο κορμιά ήρθαν κοντά, πολύ κοντά. Και επήλθε μια άβολη σιωπή. Αλλά κανείς δεν έκανε κίνηση.

Στη διαδρομή τα παιδιά μίλαγαν περί ανέμων και υδάτων. Ποτέ άλλοτε, είκοσι λεπτά δεν πέρασαν τόσο γρήγορα.

«Εδώ μένω. Μπορείς να σταματήσεις δίπλα απ’ το κίτρινο αυτοκίνητο.»

Ο άλλος τον κοίταζε έντονα στα μάτια. «Σ’ ευχαριστώ πολύ. Πέρασα υπέροχα.»

«Μα κι εγώ!»

«Καληνύχτα σου!»

«Καληνύχτα.»

Ανοίγει την πόρτα και στο τσακ πριν βγει ακούει «Επ! Περίμενε λίγο.»

Γυρνάει και πριν προλάβει να καταλάβει τι γίνεται, να σου που πέφτει το φιλί στο μάγουλο. Η καρδιά του να πάει να σπάσει. Η αναπνοή του να ’ρχεται με ταχύτατους ρυθμούς. Κοιτάει τον άλλον να του χαμογελάει και βγαίνει βιαστικά απ’ το αμάξι. «Ευτυχώς που δεν έγινε τίποτα άλλο...» σκέφτηκε.

«Τι; Δεν πήρες τηλέφωνο; Μα καλά, πόσο μαλάκας είσαι;» του είπε ο κολλητός την επομένη το πρωί. Και μετά κι άλλο βρισίδι. Δεν είχε τι να απαντήσει. Λίγο ότι ήταν πάντα του ντροπαλός. Λίγο ότι ένοιωθε πολύ περήφανος για να τα κάνει αυτά. Λίγο ότι δεν ένοιωθε σίγουρος. Λίγο απ’ όλα και αρκετό από κανένα.

«Τουλάχιστον έχεις τρόπο να τον βρεις, σωστά; Να πάρεις την φίλη σου να ζητήσει απ’ τον τυπά που έκανε το πάρτι το τηλέφωνό του, ρε! Ακούς, ρε; Ακούς;»

Δεν άκουγε. Το μυαλό του είχε θολώσει. Τα μάτια του είχαν μαυρίσει. Τα αυτιά του είχαν κλείσει. Μετά από λίγο έκλεισε και το τηλέφωνο.

Στο άλλο σπίτι ο άλλος να ακούει «Αν δεν ήσουνα δυο κεφάλια ψηλότερός μου μαλάκα, θα σου ’ριχνα πολύ άγριες φάπες, ακούς;»

Και στο καπάκι «Κοίτα ρε να αφήνει τέτοιο αγόρι να του ξεφύγει! Κι εμείς να τα ψάχνουμε με το κεράκι...»

«Άμα ήθελε, ας το ζήταγε αυτός! Ορίστε μας! Θα μου τα πρήζετε πολύ ώρα ακόμη; Καλά καλά δεν έχει ανοίξει το μάτι μου και σας έχω και γκαρίζετε κι από πάνω! Για καφέ σας κάλεσα, όχι για κήρυγμα.»

«Σιγά το πρήξιμο ρε! Άμα είχες αρχίδια, θα του όρμαγες ρεεεε!»

Όλα κι όλα, αλλά αυτό δεν μπορούσε να το αφήσει να περάσει έτσι. Κατεβάζει αμέσως το σώβρακο και λέει «Τα βλέπεις ρε, ή θες να στα φέρω πάνω στη μούρη σου για να το διαπιστώσεις;»

Οι δυο φίλοι του ξεράθηκαν στα γέλια. Ο ένας μάλιστα τον πείραζε «Ω ναι παιδαρά μου! Δώσε μου τ’ αρχίδια σου! Πω πω τι μεγάλα που είναι!» και γέλασε ακόμα πιο δυνατά.

Νευριασμένος μάζεψε τα «οικογενειακά κειμήλια» και πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ. Τα χαχανητά των φίλων του ακούγονταν ως εκεί και του τρυπούσαν τ’ αυτιά. Γιατί δεν ζήτησε να συναντηθούν; Γιατί δεν πήρε έστω το τηλέφωνό του; Από την άλλη, ήξερε που έμενε. Αφού αυτός τον πήγε σπίτι του. Αλλά σε ποια πολυκατοικία; Σε ποιον όροφο; Σκατά τα ’κανε πάλι! Όσες φορές είχε απλά καύλες, μια χαρά τα κατάφερνε. Μέτραγε δεκάδες εμπειρίες, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Άμα τον ενδιέφερε όμως ο άλλος, αντιδρούσε λες κι ήτανε η πρώτη του φορά.

Ο καιρός πέρασε. Η δουλειά του ενός και τα μαθήματα του άλλου, τους κρατούσαν απορροφημένους και απασχολημένους. Κι όταν δεν ήταν απορροφημένοι με αυτά, σκεφτόντουσαν ο ένας τον άλλον. Αλλά οι παρέες, οι φίλοι, οι οικογένειες, τους αποσπούσαν την προσοχή. Κι όταν δεν τους την αποσπούσαν, σκεφτόντουσαν ο ένας τον άλλον. Τα γυμναστήρια, οι καφέδες, τα σινεμά, τα κλαμπ, τους γέμιζαν τις ώρες τους. Κι όταν είχαν άδειες ώρες, σκεφτόντουσαν ο ένας τον άλλον.

Ο χρόνος, αμείλικτος όπως πάντα, έλιωσε τα χιόνια, πρασίνισε τα πάρκα, έφερε τα χελιδόνια, άνθισε τα λουλούδια, ανέβασε τις θερμοκρασίες. Αλλά στο μυαλό και των δυο τους ερχόταν πάντα ο άλλος.

Τα σακάκια φυλάχτηκαν, τα παλτά μπήκαν στο σπα ναφθαλίνης, οι πετσέτες θαλάσσης βγήκαν και πλύθηκαν και λιάστηκαν. Αλλά ο ένας δεν έβγαινε από το μυαλό του άλλου και ο άλλος δεν έβγαινε από το μυαλό του πρώτου.

«Θα περάσω στις 11 να σε πάρω να πάμε παραλία και δεν το συζητώ, ακούς;»

«Είπαμε με τα παιδιά να πάμε για κολύμπι και θα ’ρθεις, θέλοντας και μη!»

Και με αυτές τις δυο προτάσεις, στήθηκε το σκηνικό για την επόμενη συνάντηση τους.

ΥΓ1: Αυτή είναι μια ιστορία και μόνο μια ιστορία και απλά μια ιστορία και τίποτα άλλο από μια ιστορία. Δεν υπάρχουν κρυμμένα νοήματα, ούτε μηνύματα, ούτε παθήματα.
ΥΓ2: Όπως λέει και ένας γνωστός μου «Persons attempting to find a motive in this narrative will be prosecuted; persons attempting to find a moral in it will be banished; persons attempting to find a plot in it will be shot.»
ΥΓ3: Είναι μια φανταστική ιστορία. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, είτε εν ζωή είτε όχι, είναι απολύτως συμπτωματική.
ΥΓ4: Κανένα ζώο δεν πληγώθηκε ή κακομεταχειρίστηκε ή θανατώθηκε σε αυτή την ιστορία. Κατέχω πιστοποιητικό της Εταιρείας Προστασίας Ζώων και είναι στην διάθεση οποιουδήποτε επιθυμεί να το εξετάσει.
ΥΓ5: Το καλόν το πράμαν αρκεί να φανεί.
ΥΓ6: (διαγραμμένο)
ΥΓ7: το δεύτερο μέρος την επόμενη βδομάδα.

20 Φεβρουαρίου 2008

Ξεκόλλα... *Σύντομη Ιστορία Νο 4*

Ένας φανταστικός διάλογος, που δεν έγινε ποτέ (?)


Μπήκε στο δωμάτιο του. Το μυαλό του ήταν μπερδεμένο. Σκεφτόταν κι έγραφε. Έγραφε και σκεφτόταν. Όλα ανακατεμένα. Όλα συγχυσμένα. Αν τον είχε τώρα κοντά του? Θα άλλαζε άραγε κάτι? Τον ήθελε! Ω ναι, τον ήθελε. Μπορούσε να τον έχει? Σίγουρα ναι. Αυτό ήταν ξεκάθαρο. Τι να έκανε? Πως να του έλεγε αυτά που είχε στο μυαλό?

Μπήκε στο δωμάτιο του. Στο μυαλό του, τον είχε απέναντι του. Κι ας ήταν στα χιλιόμετρα μακριά. Δεν τον κοίταζε. Κι εκεί να ήταν, δεν θα τον κοίταζε. Δεν ήθελα καν να γυρίσει τα μάτια του προς αυτόν.

«Είσαι καταπληκτικός, απίστευτος. Σε θέλω πολύ. Αλλά πρέπει να φύγεις. Αποφάσισα ότι πρέπει να φύγεις.»
-Είσαι αυτό που θέλω μάλλον. Και το ξέρω γαμώτο, το ξέρω.
«Δε θα έπρεπε να έχουμε μυστικά, σωστά? Άρα πρέπει να σου το πω. Θα έπρεπε να σου το πω.»
-Δε θα σου πω τίποτα. Γιατί θέλω να με αφήσεις ρε.
«Ετοιμάσου να ξεκολλήσεις ταχύτατα, ακούς? Πρέπει να με διευκολύνεις και να ξεκολλήσεις από μόνος σου.»
-Φύγε, φύγε, φύγε. Δεν θέλω, αλλά *πρέπει* να φύγεις! Για το καλό σου. Για το καλό μου, και καλά...

Δεν μπορούσε να μην τον σκέφτεται. Και ήταν σίγουρος πως ο άλλος, στον ύπνο του, τον σκεφτόταν επίσης. Γιατί το έκανε αυτό? Γιατί? Γιατί? Γιατί? Και γιατί σκεφτόταν κι έγραφε αυτά που έγραφε? Γιατί, γιατί, γιατί? Ήταν ίσως θέμα εμφάνισης? Χαρακτήρα? Σεξουαλικής έλξης? Χημείας? Γιατί άφηνε τον εαυτό του να καταστρέψει κάτι τόσο όμορφο? Γιατί? Γιατί?

«Καλά, το ξέρω πως δεν πρέπει να έχουμε μυστικά. Το ξέρω πως πρέπει να μιλάμε μεταξύ μας. Αλλά δε θα το κάνω αυτό τώρα. Δεν μπορώ να το κάνω. Αν το κάνω, είμαι σίγουρος πως θα μου δείξεις το φως. Είμαι σίγουρος πως θα μου αλλάξεις την γνώμη. Αλλά έχω ήδη πάρει την απόφαση μου. Θα φύγω. Και θέλω να φύγεις κι εσύ.»
-Στεναχωριέμαι που δεν μου μιλάς ανοιχτά. Αλλά δεν θέλω να φύγω. Και δεν θα φύγω.
«Εσύ μου αξίζεις, εσένα θέλω. Θα σε κάνω να φύγεις όμως. Εγώ σίγουρα θα φύγω πάντως. Δοκίμασε τις αντοχές μου.»
-Πες μου. Έστω μια πρόταση. Έστω ένα λόγο. Με μια πρόταση μπορούμε να πούμε πολλά. Πες μου γιατί πρέπει να φύγω. Δώσε μου ένα λόγο.

«Φύγε ρε μαλάκα. Για το καλό σου στο λέω. Ε, καλά, και για το δικό μου καλό. Φύγε λέμε. Δεν καταλαβαίνεις ελληνικά? Οκ τότε, πάρε το και στα αγγλικά: Fuck you. Go away and don't come back. Επειδή δηλαδή έτυχε να έχω μια στιγμή πνευματικής διαύγειας και να ρίξω στάχτη στα μάτια μου και να πιστέψω πως είμαι άξιος για κάτι νέο, εσύ έπρεπε να με πιστέψεις?»
-Στην ελληνική γλώσσα, έστω και ένα ρήμα αποτελεί πρόταση, οπότε ιδού η πρόταση: μίλα μου!
«Γιατί δεν φεύγεις? Δεν έχεις εγωισμό? Φύγε... Το κάνω για σένα... Φύγε αναθεματισμένε. Με έστω και ένα γαμημένο email μπορεί κανείς να δώσει όποιες εξηγήσεις χρειάζονται.»
-Δεν είναι λόγος αυτός. Ένα λόγος πες μου. Με 3 λέξεις.
-Μη με φοβάσαι. Μη με φοβάσαι. Γιατί με φοβάσαι???
«Είπα να στο απλοποιήσω. Αλλά και με 3 λέξεις μπορώ. Όχι, συγνώμη, πέντε: άκου που σου λέω, ξεκόλλα.»
-Δεν τα εννοείς αυτά. Ακούς??? Εγώ δεν τα ακούω. Δεν τα εννοείς. Δεν βρίσκω καμιά αφορμή σε αυτά που λες και γράφεις για να ξεκολλήσω. Οπότε περιμένω100 και βάλε λέξεις. Λογικές. Με νόημα και αιτία. Λέξεις που θα με κάνουν να ξεκολλήσω. Λέξεις που θα με βοηθήσουν να καταλάβω γιατί πρέπει να ξεκολλήσω. Γιατί δεν είναι θέμα το αν θα ξεκολλήσω ή όχι. Είναι θέμα αν θα ξεκολλήσω με αιτία ή όχι. Και να μου δώσεις δύο ή τρεις, δεν θέλω να σε αφήσω. Το έχω αποφασίσει.
«Ουφ...»
-Ουφ...
«Να σου κάνω ορισμένες ερωτήσεις??? Σαν παίγνιο?»
-Να μου κάνεις όσες ερωτήσεις θες. Για να καταλάβω γιατί πονάς. Γιατί μου λες να φύγω ενώ θες να μείνω.
«Ναι. Ωχ.»

Σιγά σιγά ξεκίνησαν οι ερωτήσεις. Οι απαντήσεις ήταν μονολεκτικές. Άλλες του ερχόντουσαν αμέσως. Άλλες ήθελαν σκέψη. Κάποιες φορές ακούστηκαν και ναι ακολουθούμενα από όχι και μετά πάλι ναι και πάλι όχι... Το μυαλό του ήταν πολύ μπερδεμένο. Πάρα πολύ μπερδεμένο.

Λεπτά. Ώρες. Μέρες. Βδομάδες. Μήνες? Χρόνος... ο άτιμος ο χρόνος. Ο καλός ο χρόνος. Ο αμείλικτος ο χρόνος.

----------------------------------------------------------------------------------

-Μπορούμε να το ξεχάσουμε όλο αυτό?
«Ήταν λάθος μου. Στιγμιαίος φόβος. Στιγμιαία ανασφάλεια. Μπορεί να κράτησε πολύ, αλλά απλά ήθελα να φανώ, και καλά, δυνατός. Πως το κατάλαβες όμως??? Γιατί με καταλαβαίνεις πάντα?
-Ποιό??? Δεν θυμάμαι να είπαμε κάτι. Αφού μόλις τώρα αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε. Πας καλά???
«Τα έχω ήδη πετάξει στο κουτί του χωρόχρονου και έχει ήδη χαθεί.... Βλάκα μου... Ε βλάκα μου...»
-Με λες και «βλάκα» από πάνω? Σα δε ντρέπεσαι λέω εγώ. Εμένα λες «βλάκα»? Εμένα που σε αγαπάω τόσο?
«Το ξέρω ότι με αγαπάς. Το ξέρω.»
-Κι εσύ? Εσύ με αγαπάς?
«Εγώ... Εγώ ξέρεις δεν.... Κοίτα...»

Ο ένας χάθηκε αμέσως στην αγκαλιά του άλλου. Πήγανε σιγά σιγά στο κρεβάτι. Και αποκοιμηθήκανε αμέσως. Χωρίς σκέψεις. Χωρίς άλλα λόγια. Απλά αποκοιμηθήκανε. Και αύριο...
Αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα.

----------------------------------------------------------------------------------

2 Νοήματα:

Όταν μας πιάνουν φόβοι και κρίσεις, καλό είναι να κοιτάμε την φωτογραφία επάνω. Γιατί μπορεί να χανόμαστε που και που σε ένα μεγάλο σύννεφο αμφιβολιών, αλλά πάντα υπάρχει μια γέφυρα από κάτω μας να μας κρατάει. Έστω και αν δεν την βλέπουμε. Το γεγονός πως δεν μπορούμε να δούμε κάτι στιγμιαία δεν σημαίνει πως δεν υφίσταται.

ΑΚΟΥΣ?

Το να το βάζουμε στα πόδια είναι εύκολο. Το να μένουμε σταθεροί είναι το πιο δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο. Όπου υπάρχει θέληση πραγματική όλα τα αλλά είναι περιττά.

ΑΚΟΥΣ??

Και το πιο σημαντικό: τίποτα δεν είναι ότι φαίνεται. Πρέπει πάντα να κοιτάμε τι βρίσκεται από κάτω....

ΑΚΟΥΣ???

----------------------------------------------------------------------------------

Υγ.:

Ξεγυμνώθηκα?
Ναι!

Έβαλα τον εγωισμό μου κάτω?
Ναι!

Το άξιζε?
Ναι!

Το αξίζει?
Ω Ναι!

Θα το ξανάκανα?
Ναι!

Θα το καταλάβει όλο αυτό?
.....

19 Φεβρουαρίου 2008

άγνοια = ευτυχία?

Πολλές φορές αναρωτιέμαι πόσο ευτυχισμένοι γινόμαστε όσο προχωράμε. Ίσως όχι τόσο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά πιο πολύ σαν κοινωνία και σαν ανθρωπότητα. Μήπως τελικά όσα πιο πολλά μαθαίνουμε, τόσο πιο πολύ σκλαβωνόμαστε? Μήπως η άγνοια να είναι ευτυχία?

Αν δεν ξέρεις ότι υπάρχουν πλυντήρια, πλένεις στο χέρι και είσαι και πολύ καλά μάλιστα. Αν δεν ξέρεις ότι βγήκε το ολοκαίνουριο μοντέλο του τάδε προϊόντος, ούτε το επιθυμείς, αλλά ούτε και στεναχωριέσαι που δεν μπορείς να το αποκτήσεις. Αν δεν διαβάζεις τα διάφορα περιοδικά, δεν γνωρίζεις για καμιά καινοτομία, και συνεπώς, δεν την επιθυμείς. Αν δεν ξέρεις ότι υπάρχουν καταπληκτικές ομορφιές πέρα από τα σύνορα της χώρας σου, δεν έχεις τον παραμικρό λόγο να ταξιδέψεις, και σίγουρα δεν σου λείπει άμα δεν μπορείς να ταξιδέψεις.

Αν δεν γνωρίσεις ποτέ Εκείνον, είσαι και πολύ χαρούμενος κιόλας με όσους σε περιβάλλουν. Ρε μήπως τελικά η άγνοια όντως να είναι ευτυχία?

18 Φεβρουαρίου 2008

There CAN be miracles (when you believe)

Δεν υπήρξα θρήσκος ποτέ μου. Με εξαίρεση τις μέρες πριν φύγει για το τελευταίο του ταξίδι ο Μλέκο, δεν προσευχήθηκα ποτέ στη ζωή μου. Ακόμα και τότε, το έκανα περισσότερο ως τελευταία, απεγνωσμένη κίνηση, παρά ως ελπίδα σωτηρίας. Στις ορθόδοξες εκκλησίες που επισκέφτηκα, σε Ελλάδα και Κύπρο, ποτέ δεν ένοιωσα κατάνυξη. Αντίθετα, την πρώτη φορά που ένοιωσα ένα κάποιο δέος, ήταν σε μια καθολική εκκλησία στην Κέρκυρα.

Μετά, στα διάφορα μου ταξίδια στην Ευρώπη, διαπίστωσα ότι είναι απείρως πιο κατανυκτική η ατμόσφαιρα στις εκκλησίες εκεί. Ακόμα και σε βουδιστικό και ινδουιστικό ναό που επισκέφτηκα, ένοιωσα πιο κοντά στην όποια υπέρτατη δύναμη υπάρχει, παρά σε οποιαδήποτε ορθόδοξη εκκλησία έχω μπει. Μπορεί και να με κατατρέχει ακατάσχετη ξενομανία, ποιος ξέρει?...

Έτσι κι αλλιώς, δεν είναι αυτός ο λόγος που γράφω σήμερα. Αυτή εδώ η ανάρτηση δεν έχει να κάνει με τα όποια «θεία». Εδώ αναφέρομαι στην ανθρώπινη δύναμη και στην πεποίθηση ότι ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, μπορεί να κάνει θαύματα, αν πιστέψει στον εαυτό του. Αν πιστέψει στην δύναμη που κρύβουμε μέσα μας να υπερνικούμε τα όποια εμπόδια μας φέρνει στο δρόμο μας η ζωή. Κι όλα αυτά, από ένα τραγουδάκι που έχω στο iPod κι ακούω συχνά με την Mariah Carey και την Whitney Houston. Και ελπίζω Εσύ, (Εσύ με το κεφαλαίο έψιλον) ακόμα κι αν δεν το έχεις ακούσει ποτέ, να με καταλάβεις.



Many nights we've prayed
With no proof anyone could hear
In our hearts a hopeful song
We barely understood
Now we are not afraid
Although we know there's much to fear
We were moving mountains
Long before we knew we could

There can be miracles
When you believe
Though hope is frail
It's hard to kill
Who knows what miracles
You can achieve
When you believe
Somehow you will
You will when you believe

In this time of fear
When prayer so often proves in vain
Hope seemed like the summer birds
Too swiftly flown away
Yet now I'm standing here
My heart's so full I can't explain
Seeking faith and speaking words
I never thought I'd say

There can be miracles
When you believe
Though hope is frail
It's hard to kill
Who knows what miracles
You can achieve
When you believe
Somehow you will
You will when you believe

They don't always happen when you ask
And it's easy to give in to your fear
But when you're blinded by your pain
Can't see your way safe through the rain
Thought of a still resilient voice
Says love is very near

There can be miracles
When you believe
Though hope is frail
It's hard to kill
Who knows what miracles
You can achieve
When you believe
Somehow you will
Now you will
You will when you believe

You will when you believe
Just believe
Gotta believe
You will when you believe

17 Φεβρουαρίου 2008

Η ζωή με την Ζούμπη

Αυτό το όνομα νομίζω της πάει. Και γλύκα είναι, και στρουμπουλή είναι, και σε λιβάδι την βρήκα, και απίστευτη πλάκα έχει. Και χαδιάρα, χαδιάρα πολύ, μέχρι σκασμού. Κάτι λίγο όπως Εκείνον, αλλά όχι ακριβώς σε αυτό τον βαθμό. Και σίγουρα, ούτε φιλάει όπως Εκείνος. Ούτε καν δαγκώνει όπως Εκείνος.

Με ξύπνησε σήμερα στις 5.55. Δηλαδή, πέντε λεπτά πριν το ξυπνητήρι. Τελικά το κόβω να πέφτει σε παντελή αχρηστία το ξυπνητηράκι μου. Με δυο πόδια πάνω στο κρεβάτι και τη μουσούδα της να με κοιτάει επίμονα, είναι να μη σηκωθεί κανείς πάραυτα? Μετά τα πρώτα χαδάκια, ντύνομαι και πάμε στην κουζίνα. Αυτή κατευθείαν στην πόρτα. «Να μην πιω πρώτα λίγο χυμό γκρέιπφρουτ κυρία Ζούμπη?» Μου ρίχνει μια απαξιωτική ματιά και γυρνάει την πλάτη σε μένα, συνεχίζοντας να κοιτάει την πόρτα.

Πάω κοντά της με το λουράκι της. Αυτή να τρελαίνεται και να κουνάει την υποτυπώδη ουρά της μανιασμένα. Δεν δέχεται όμως να της το φορέσω. «Τι θα γίνει κυρία? Πως θα βγούμε έξω δίχως λουρί? Το ξερς ότι έχεις τρομοκρατική όψη. Άσε το ότι εγώ σε βρίσκω πανέμορφη. Δε γίνεται, το λουράκι θα μπει για να βγούμε βόλτα.» Κάθεται υπομονετικά να της το φορέσω. Με το που ανοίγει η πόρτα πετάγεται χείμαρρος έξω.

Αφού κατουρήσει σε όλα τα δεντράκια του δρόμου, προχωράμε στα αδειανά οικόπεδα της περιοχής για να ρίξουμε κι ένα καλό χέσιμο. «Και τώρα, θα σε δω πόσο καλή είσαι στα κακοτράχαλα τα βουνά!» και κατεβαίνουμε τον μικρό λοφίσκο της περιοχής. Τι τρέλα και τι χαρά, δεν περιγράφεται! Και να με πιάνουν οι σκέψεις. «Μα καλά, εσένα δεν σε έβγαζαν βόλτα καθημερινά? Δεν είχες την ευκαιρία να εξερευνήσεις βράχια και λαγκάδια?» Αλλά το μεγάλο σοκ το παίρνω στον δρόμο της επιστροφής.

Καθώς περνάμε δίπλα από ένα ψηλό τοίχο, η Ζούμπη σκύβει το κεφάλι κατατρομαγμένη και περπατάει με τα πόδια λυγισμένα τέρμα. Η κοιλιά της σχεδόν ακουμπάει το πεζοδρόμιο. «Μα τι είπα? Τι έκανα?» Α την κακομοίρα, θα την είχαν είτε πολύ αυστηρά, είτε με πολλή κακοποίηση... Αισθάνομαι διπλά χαρούμενος που την βρήκα και την περιμάζεψα.

Με το που μπαίνουμε στο σπίτι, πάει κατευθείαν στο μπολ με το νερό της και μετά στο χαλάκι της στην κουζίνα να με κοιτάει με μισό μάτι καθώς ετοιμάζω πρόγευμα. Πάω για ντους και μέχρι να βγω την βρίσκω στο χαλάκι του υπνοδωματίου να ροχαλίζει ήδη! Ντύνομαι ήσυχα και φεύγω.

Το μεσημέρι, με το που μπαίνω στο σπίτι, την βρίσκω σε στάση παιχνιδιού, με τα μπροστινά πόδια να ακουμπάνε πλήρως το πάτωμα και τη μουσούδα να χαμογελάει. Ω ναι, χαμογελάν τα μπουλντόγκ! Τσεκάρω όλο το σπίτι και διαπιστώνω ότι εκτός από όμορφη και πανέξυπνη, η Ζούμπη είναι επίσης και πεντακάθαρη. Καλού κακού όμως, μετά το γεύμα βγαίνουμε έξω και πάμε για βόλτα για να είμαι ήσυχος ότι και το απόγευμα θα βρω το σπίτι καθαρό. Αυτή τη φορά, η βόλτα μας μας πάει σε καινούριες περιοχές. Τις εξερευνά με προσοχή και επιστρέφουμε σπίτι για το καθιερωμένο πια άδειασμα του μπολ με το νερό και ύπνο βαθύ.

Στο δρόμο προς τη δουλειά, περνάω από τις γνωστές μου φίλες στο κατάστημα κατοικίδιων, που χαίρονται με τα νέα μου και εκπλήσσονται κι αυτές με τον τρόπο που αλληλοβρεθήκαμε με την Ζούμπη. Το απόγεμα στο γραφείο περνάει γρήγορα και είμαι πάλι κοντά της κι αυτή πάλι με περιμένει ακριβώς πίσω από την πόρτα στη γνωστή πια χαδιαροπαιχνιδιάρα στάση. Αρχίζω να μαγειρεύω και τη βλέπω να τριγυρνάει ολόκληρη την κουζίνα με τη μύτη ψηλά και να ψάχνει την εστία του μεθυστικού αρώματος. Δε βαριέσαι, για πρώτο βράδυ, θα φάμε το ίδιο φαγητό. Η ξηρά σκυλοτροφή μπορεί να περιμένει!

Αφού βεβαιώνομαι ότι το ρύζι με κρέας έχει κρυώσει ικανοποιητικά, πάω με την κατσαρόλα και με μια ξύλινη κουτάλα πάνω από το μπολ της για να της βάλω να φάει. Αυτή φυσικά να έχει πια ξετρελαθεί με τη μυρωδιά και να τρέχει πίσω μου. Γυρνάω και της λέω «Θα πρέπει να περιμένεις λίγο ακόμη κυρία, δεν έχει κρυώσει ακόμη εντελώς.» αλλά αυτό που αντικρίζω μου παγώνει το αίμα! Όπως με ακολουθούσε, με το που με βλέπει με την κουτάλα στο χέρι, σκύβει πάλι το κεφάλι, το πηγούνι της ακουμπάει στο πάτωμα, μου γυρνάει την πλάτη και αρχίζει να απομακρύνεται σιγά σιγά. «Μα που πας καλή μου? Δικό σου είναι όλο αυτό!» Όσο την ακολουθώ, τόσο φεύγει. Με το που βάζω την κουτάλα στην κατσαρόλα, αλλάζει σχεδόν αμέσως ύφος και τρέχει στο μπολ της! Με την γνωστή λαιμαργία των μπουλντόγκ, το φαγητό εξαφανίζεται σε μερικά δευτερόλεπτα και πριν καν πάω στην κουζίνα είναι από πίσω μου και γλύφει τα χείλη της.

Οι απόψεις μου περί κακοποίησης εδραιώνονται και γίνομαι ακόμα πιο σίγουρος για το ότι δε θα ψάξω καν να βρω το σπίτι της. Θα την κρατήσω κοντά μου!

Αφού δούμε μαζί τηλεόραση και διαβάσουμε λίγο (με συχνές διακοπές για χαδιαρίσματα), κάθομαι στον υπολογιστή να ελέγξω τα μηνύματα μου και να δω την κίνηση Του κι αν έχει γράψει τίποτα καινούριο. Σε λίγο την κάνουμε για ύπνο με πολλή ικανοποίηση. Αυτή σίγουρα βλέπει πράσινα λιβάδια με παχιές αγελάδες και μπόλικα σκυλιά για τρελό παιγνίδι. Εγώ πάλι, το γνωστό πια όνειρο, με δυο άλλα ζωάκια...

16 Φεβρουαρίου 2008

Σαμσάρα*

Δεν πηγαίνω καθημερινά να ελέγξω την πρόοδο των εργασιών του νέου μου σπιτιού. Ούτε καν κάθε εβδομάδα δεν πάω. Όχι πως δεν πρέπει ή πως δε θέλω, αλλά δεν προλαβαίνω. Σήμερα λοιπόν, ενόψει της απουσίας μου για δυο βδομάδες στη Μόσχα, έπρεπε να πάω.

Φτάνω λοιπόν εκεί και, με το τελευταίο φως της μέρας, καταφέρνω να δω ότι όλα βαίνουν καλώς. Εκεί που ετοιμάζομαι να φύγω, την βλέπω. Μέσα σε κάτι χορταράκια, λες και ψάχνει κάτι. Λες και έχασε κάτι. Αλλά το σώμα της είναι στραμμένο προς εμένα. «Λες να έρχεται προς το σπίτι μου να μου κάνει επίσκεψη?» σκέφτομαι. Μετά το ξανασκέφτομαι και αρχίζω να πιστεύω ότι έχω παραισθήσεις. Κάπου θα έχω σκοντάψει στην οικοδομή, έχω πέσει χάμω αναίσθητος και το μυαλό μου ταξιδεύει. «Δεν είναι δυνατόν! Μα τόσο πολύ μου λείπει?» Και μετά «Δε γαμιέται, έτσι κι αλλιώς, οι γείτονες δε με γνωρίζουν ακόμη!» και κάθομαι στα γόνατα και φωνάζω:

- Έλα!

Σηκώνει το κεφάλι, με κοιτάει και αρχίζει να τρέχει προς το μέρος μου! Μα είναι ολόιδιος ο δικός μου!!! Ίδια ράτσα. Ίδιο χρώμα. Ίδια καφετιά βούλα στην πλάτη. Έρχεται κοντά μου και είναι όλο γλύκα. Θέλει χάδια. Παιχνίδια. Ένα δυνατό φύσημα κρύου αέρα με κάνει να συνειδητοποιήσω ότι δεν ονειρεύομαι. Εξ άλλου, η συγκεκριμένη είναι θηλυκό. Μετά από λίγο, σηκώνομαι και κοιτάω γύρω. Δεν αφήνει κανείς ένα γλυκύτατο μπουλντόγκ να τρέχει στους κάμπους και τα λιβάδια! Κάπου εκεί θα είναι κάποιος που την έχει βγάλει βόλτα. Δε γίνεται αλλιώς. Ούτε κολάρο έχει, ούτε αναγνωριστικό τατουάζ. Ίσως έχει τσιπ. Θα μας πει ο Γιώργος ο κτηνίατρος μεθαύριο τη Δευτέρα, αν δεν ακούσουμε κάτι μέχρι τότε.

Εν τω μεταξύ, δε φαίνεται κανείς να είναι μαζί της. Σκύβω και τη χαϊδεύω, όπως επιτακτικά το ζητάει. Μου κάνει πλάκα ο Θεός? Ένα αντίγραφο του Μλέκο να έρθει να με βρει. Είναι πολύ σκληρό αστείο, αν είναι όντως έτσι... Τα λεπτά περνούν και η σκυλίτσα δεν απομακρύνεται. Και τι θα κάνω τώρα? Εδώ και μερικές μέρες, ξαναέπιασαν τα κρύα. Και ψιλοβρέχει κιόλας.

Δε θέλει και πολύ. Με το που ανοίγω την πόρτα, τσουπ μέσα στο αυτοκίνητο κι αυτή. Στρογγυλοκάθισε και περιμένει να ξεκινήσω τη μηχανή. Κι αφού το θέλει κι αυτή, πάμε σπίτι. Μετά την υποχρεωτική εξερεύνηση όοοοολου του σπιτιού, («μπας και κρύβονται τίποτα λιχουδιές σε καμιά γωνιά?» «είναι κάνας εχθρός πουθενά?» κ.ο.κ.) πίνει λίγο νερό στο μπολ του Μλέκο και την αράζει μπροστά στα πόδια μου στην κουζίνα και ξεκινάει το γνωστό μπουλντογκίστικο ροχαλητό που τόσο μ’ άρεσε πάντα. Κι εγώ να φτιάχνω τσάι και να αρχίζω τις σκέψεις...

«Αυτό τώρα είναι σημάδι? Ποιος μου την έστειλε? Την έστειλε κανείς? Αυτή με βρήκε? Είμαι ο μόνος άνθρωπος που δεν πήρε σκύλο, αλλά ένας σκύλος με «πήρε»? Και γιατί τώρα? Αν τα πράματα ήταν αλλιώς με Εκείνον, θα ήμουν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένος. Θα είχα ότι ονειρευόμουν. Ότι Του είχα πει τις προάλλες στο τηλέφωνο ότι θέλω για να «ολοκληρωθώ» σ’ αυτή τη ζωή: σπίτι (σε μερικούς μήνες), σκυλάκι και «Γατί». Πως γέλαγε τότε... Πόσο Του είχε αρέσει αυτό! Πόσο μου είχε αρέσει κι εμένα αυτό. Ρε λες να το κανόνισε Εκείνος να μου έρθει η σκυλίτσα? Λες να το οργάνωσε για να έχω κάποιον να μου κρατάει συντροφιά τώρα που Εκείνος αποφάσισε να φύγει? Μάλλον παραλογίζομαι. Και δεν έχω πιει καν! Από την άλλη βέβαια, μπορεί και να την πέταξαν στον δρόμο, να την έβγαλαν στο «χαλάκι» όπως εμένα και απλά να μας έφερε η ζωή κοντά να υποστηρίξουμε ο ένας τον άλλον... Ποιος ξέρει.»

Με τούτα και με κείνα, η κυρία ξύπνησε κι άρχισε να οσμίζεται το πάτωμα. Πάω και «ξεθάβω» το κολάρο και το λουρί του Μλέκο. Τα κοιτάω και τον ξανασκέφτομαι. Πόσο μου λείπει... Δεν θα τον πειράξει που θα τα φορέσω στην κυρία Άγνωστη. Είμαι σίγουρος ότι δεν θα τον πειράξει!

Βγαίνουμε για βόλτα και αφού η κυρία «σημαδέψει» την τριγύρω περιοχή, πάμε σπίτι και αρχίζουμε να ετοιμάζουμε το δείπνο. Το δικό της και το δικό μου. Καθώς τρωει την κοιτάω. Άραγε έχει παιδάκια δικά της? Άραγε έχει παιδιά στο σπίτι από όπου (ξ)έφυγε? Θα τους λείπει σίγουρα. Πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε το σπίτι της. Αν νοιώθουν κι εκείνοι όπως ένοιωθα εγώ πέρσι όταν ο Μλέκο έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι, θα ‘ναι πολύ χάλια αυτή τη στιγμή. Πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε το σπίτι της! Ελπίζω να έχει τσιπ ή να γνωρίζουν κάτι στο κτηνιατρείο.

Μεθαύριο τη Δευτέρα θα πάμε στο γιατρό.


* σύμφωνα με τον Βουδισμό, έτσι ονομάζεται ο αέναος κύκλος μετενσαρκώσεων που κάνει μια «ψυχή» μέχρι να φτάσει στο ιδεατό Νιρβάνα.

15 Φεβρουαρίου 2008

Το γράμμα

.............................................................................................Να το γράψω?

........................Να μην το γράψω?

.......................................................Θα το λάβει?

......................Θα το ανοίξει?
...................................................Θα το διαβάσει?
........................................................................................................Θα το πετάξει?

..............................Θα το σκίσει?
.........................................Θα απαντήσει?

14 Φεβρουαρίου 2008

Η αφορμή

Μια φίλη με κάλεσε πριν μερικούς μήνες σε ένα παζαράκι βιβλίων. Με την έμπειρη καθοδήγηση της γλυκιάς Θέμιδος, πήρα αρκετά βιβλία. Με κέρδισε η Θέμις χωρίς να την έχω δει ποτέ πριν στη ζωή μου. Την εμπιστεύτηκα απόλυτα στις προτάσεις της. Σχεδόν τυφλά. Πολύ λίγα "βέτο" της έβαλα. Όταν πια δεν χώραγαν άλλα βιβλία τα χέρια μου, πήγα στο ταμείο. Λίγο οι γιορτές, λίγο οι δουλειές, λίγο τα γκομενικά, άργησα να τα διαβάσω. Τελικά χτες τέλειωσα την ανάγνωση ενός από αυτά, το "Kisscut" της Karin Slaughter, απόσπασμα του οποίου παραθέτω πιο κάτω:
She was silent, listening to the in and out of his breath as the machine pushed air into his lungs. Of course Mark did not respond to her, and again she felt foolish. Why did Hank do this with Sibyl? What did it accomplish, telling her things? It was like talking to the wind. It was really just talking to yourself.
.
Lena laughed, realizing that of course this was why Hank did it. Talking to someone who could not answer you, who could not voice concern or disapproval or anger or hatred, was the ultimate freedom. You could say anything you wanted without fear of repercussion.

Δεν είναι σίγουρα αυτός ο λόγος που με κάνει να γράφω σήμερα. Μάλλον η αφορμή και ο καταλύτης ήταν το απόσπασμα αυτό. Ελπίζω να μ' αρέσει. Μόνο ο χρόνος θα δείξει.